Αρχική | Blog | Αυτάρκεια στην Ύπαιθρο: Ενέργεια και Τεχνολογία στον Πρωτογενή Τομέα

Αυτάρκεια στην Ύπαιθρο: Ενέργεια και Τεχνολογία στον Πρωτογενή Τομέα

Στον δημόσιο διάλογο για την αγροτική ανάπτυξη κυριαρχεί μια έντονη ασυνεννοησία ανάμεσα στο κράτος, τους παραγωγούς και την κοινωνία. Η έλλειψη κοινού πλαισίου κατανόησης έχει οδηγήσει σε αμοιβαία δυσπιστία και στη διαιώνιση δομικών προβλημάτων, την ώρα που η ελληνική ύπαιθρος παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητη και η αγροτική οικονομία εξαρτημένη από εισαγωγές βασικών προϊόντων.

Η εξάρτηση αυτή αποτυπώνεται και οικονομικά, με σημαντικό μέρος των δαπανών να κατευθύνεται κάθε χρόνο σε εισαγόμενα αγροδιατροφικά προϊόντα που θα μπορούσαν να παραχθούν εγχώρια. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν υπάρχουν εφαρμόσιμες εναλλακτικές που να συνδυάζουν οικονομική βιωσιμότητα, κοινωνική συνοχή και περιβαλλοντική ισορροπία.

Στο επίκεντρο της ανάλυσης τοποθετείται η ενεργειακή και τεχνολογική εξάρτηση των παραγωγών. Όπως επισημαίνει ο Βασίλης Κωστάκης, καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας, το διατροφικό ζήτημα συνδέεται άμεσα με την ενέργεια και, σε βαθύτερο επίπεδο, με την πρόσβαση στην τεχνολογία. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος για άρδευση, ψύξη και μεταποίηση αποτελεί δομικό βάρος για τους αγρότες, ενισχύοντας το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο του πρωτογενούς τομέα.

Σε αυτό το πλαίσιο, συνεταιριστικά εγχειρήματα ενεργειακής αυτοπαραγωγής, όπως η «Κοινέργεια» στα Ιωάννινα και η «Μινώα Ενεργειακή» στην Κρήτη, δείχνουν πώς συλλογικά σχήματα μπορούν να μειώσουν δραστικά το κόστος ενέργειας και να εξασφαλίσουν μακροχρόνια ενεργειακή αυτάρκεια για νοικοκυριά και αγροτικές επιχειρήσεις, αξιοποιώντας τις δυνατότητες των ενεργειακών κοινοτήτων.

Παράλληλα, η τεχνολογία προσεγγίζεται ως δικαίωμα πρόσβασης στα μέσα παραγωγής και όχι ως προνόμιο. Πρωτοβουλίες όπως οι «Τζουμέικερς» στην Ήπειρο φέρνουν σε επαφή αγρότες, ερευνητές και τεχνίτες για τον σχεδιασμό και την κατασκευή εργαλείων προσαρμοσμένων στις ανάγκες της μικρής και ορεινής παραγωγής. Η κοινή γλώσσα ανάμεσα σε γνώση της γης και τεχνικό σχεδιασμό μεταφράζεται σε συνεργασία, ανοιχτότητα και ανταλλαγή γνώσης.

Στη νότια Πίνδο, «Τα Ψηλά Βουνά» λειτουργούν ως κόμβος υποστήριξης για όσους ζουν ή θέλουν να δραστηριοποιηθούν στις ορεινές περιοχές, αναπτύσσοντας μηχανισμούς που επανασυνδέουν παραγωγούς και καταναλωτές. Μέσα από ένα μη κερδοσκοπικό μοντέλο χωρίς μεσάζοντες, εμπνευσμένο από την κοινοτικά υποστηριζόμενη γεωργία, επιχειρείται η αναδόμηση της σχέσης εμπιστοσύνης και ο διαμοιρασμός του ρίσκου της παραγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες μιας κατά κύριο λόγο ορεινής χώρας.

Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν παρουσιάζονται ως έτοιμες λύσεις, αλλά ως αποδείξεις ότι ένα διαφορετικό μοντέλο αγροτικής παραγωγής είναι εφικτό. Αναδεικνύουν πως η αγροτική κρίση δεν αφορά μόνο τις επιδοτήσεις ή τις τιμές, αλλά την αυτάρκεια και τον έλεγχο των ενεργειακών και τεχνολογικών υποδομών. Σε ένα ασταθές κλιματικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, η αναζήτηση ενός κοινού λεξιλογίου και νέων σχέσεων συνεργασίας φαίνεται να αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση της ελληνικής υπαίθρου.

Το πλήρες άρθρο είναι διαθέσιμο στην εφημερίδα Το Βήμα

Είσοδος μέλους

Προϊόν ορεινής παραγωγής

Η ένδειξη ποιότητας «προϊόν ορεινής παραγωγής» επισημαίνει τις ιδιαιτερότητες ενός προϊόντος, που παράγεται σε ορεινές περιοχές, με δύσκολες φυσικές συνθήκες.

Η αναγνώριση αυτή αποτελεί πλεονέκτημα τόσο για τους γεωργούς όσο και για τους καταναλωτές. Επιτρέπει την καλύτερη διάθεση του προϊόντος στην αγορά από πλευράς των γεωργών, αλλά επίσης εξασφαλίζει ότι ορισμένα χαρακτηριστικά είναι σαφή στον καταναλωτή.

  • Προϊόντα: Γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα.
  • Προδιαγραφές: Οι πρώτες ύλες και οι ζωοτροφές προέρχονται από ορεινές περιοχές. Για τα μεταποιημένα προϊόντα, η παραγωγή θα πρέπει να πραγματοποιείται επίσης στις εν λόγω περιοχές.

 

Έκθεση: Επισήμανση των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων ορεινής γεωργίας